μελαγχολικός


μελαγχολικός
[мэланхоликос]εκ. меланхолический,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μελαγχολικός" в других словарях:

  • μελαγχολικός — of atrabilious masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικός — ή, ό (ΑM μελαγχολικός, ή, όν) νεοελλ. 1. αυτός που προξενεί μελαγχολία, βαρυθυμία, ακεφιά («μελαγχολικός καιρός») 2. αυτός που πάσχει από μελαγχολία νεοελλ. μσν. βαρύθυμος, σκυθρωπός, άκεφος μσν. 1. αυτός που έχει δεχθεί έγχυση χολής στο αίμα 2.… …   Dictionary of Greek

  • μελαγχολικός — ή, ό αυτός που έχει ή που προκαλεί μελαγχολία, ο θλιμμένος, ο σκυθρωπός: Μελαγχολικό χαμόγελο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μελαγχολικά — μελαγχολικός of atrabilious neut nom/voc/acc pl μελαγχολικά̱ , μελαγχολικός of atrabilious fem nom/voc/acc dual μελαγχολικά̱ , μελαγχολικός of atrabilious fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικώτερον — μελαγχολικός of atrabilious adverbial comp μελαγχολικός of atrabilious masc acc comp sg μελαγχολικός of atrabilious neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικωτέρων — μελαγχολικός of atrabilious fem gen comp pl μελαγχολικός of atrabilious masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικῶν — μελαγχολικός of atrabilious fem gen pl μελαγχολικός of atrabilious masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικόν — μελαγχολικός of atrabilious masc acc sg μελαγχολικός of atrabilious neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικώτατον — μελαγχολικός of atrabilious masc acc superl sg μελαγχολικός of atrabilious neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολικαῖς — μελαγχολικός of atrabilious fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)